Η εικαστική θεραπεία είναι μια μορφή θεραπείας που χρησιμοποιεί την Τέχνη και γενικότερα τα εικαστικά υλικά ως μέσο έκφρασης, επικοινωνίας και «ίασης».
Για τα παιδιά και τους εφήβους, η δημιουργία μιας ζωγραφιάς, κατασκευής και οποιουδήποτε εικαστικού δημιουργήματος είναι αυτό που θα τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε επιθυμία τους, να ανακαλύψουν τον πραγματικό κόσμο και να ικανοποιήσουν χωρίς εμπόδια και κριτική σκέψη την περιέργειά τους. Μπορεί με συμβολικό τρόπο να αναβιώσουν εμπειρίες δύσκολές και τραυματικές, να πειραματιστούν μέσα από τα υλικά και να βρουν λύσεις για το μέλλον τους.

Μαμά δε μπορώ να κοιμηθώ... φοβάμαι... δε θέλω... θέλω παρέα...»

Είναι φράσεις που οι γονείς ακούν συχνά , κατά περιόδους, στην καθημερινότητά τους. Είναι φράσεις που προκαλούν αναστάτωση και ίσως αγωνία στους γονείς.
Το να πάει να κοιμηθεί μόνο του το παιδί είναι μια από τις ραχοκοκαλιές της ψυχικής του αυτονομίας και συγκρότησης. Σημαίνει ότι είναι έτοιμο να ανταποκριθεί σε μια πολύ μοναχική πράξη ή σε μια πράξη βαρετή και ανιαρή. Σημαίνει εγκαταλείπει την παρέα της οικογένειας, μπορεί να παραμείνει στο δωμάτιό του ,σ’ ένα χώρο σκοτεινό όπου η φαντασία του το οδηγεί να πλάσει χίλιες δυο φιγούρες και ιστορίες γύρω από το κρεβάτι του.
Οι γονείς είναι δύσκολο να διαφοροποιήσουν τη δυσκολία του να κοιμηθεί το παιδί τους από ένα απλό καπρίτσιο ή ένα παράλογο φόβο. Αυτό που πρέπει να έχουμε υπόψη μας είναι πως πολλά ψυχολογικά προβλήματα έχουν ως ένα από τα πρώτα τους συμπτώματα την αϋπνία και άλλες μορφές διαταραχών ύπνου.
Τα προβλήματα ύπνου εμφανίζονται κατά κανόνα μετά από διάφορα στρεσσογόνα γεγονότα όπως ο αποχωρισμός του παιδιού από τη μητέρα, η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος, αλλαγή σπιτιού, ερχομός αδερφού, διαμονή σε άλλο περιβάλλον πλην του οικογενειακού. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί το άγχος που εκδηλώνει το παιδί να καταλήξει σε διαταραχές ύπνου.
ΜΑΝΟΥΛΕΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ !!!:
- Κάθε παιδί έχει τις δικές του συνήθειες ύπνου.
- Ο ύπνος επηρεάζεται από τη ροή και τα γεγονότα της ημέρας.
- Το παιδί κοιμάται σε δικό του κρεβάτι και δωμάτιο εφόσον είναι εφικτό.
- Έχουμε ορίσει πρόγραμμα και ρουτίνα ύπνου.
- Αφήνουμε χρόνο στο παιδί να ολοκληρώσει τη δραστηριότητά του πριν τον ύπνο.
- Παραμένουμε σταθεροί και αποφασιστικοί απέναντι στα τεχνάσματα . Πχ : «μαμά θέλω νερό»…δεν αφήνουμε το παιδί να αναστατωθεί, παραμένει στο κρεβάτι του και του προσφέρουμε εμείς το ποτήρι νερό.
- Αποχωρούμε από το δωμάτιο πρίν το παιδί αποκοιμηθεί.
- Δεν ενοχλούμε το παιδί στη διάρκεια του ύπνου
- Δεν δημιουργούμε εντάσεις πριν τον ύπνο
- Δεν έχουμε τηλεόραση στο δωμάτιο
- Δε λέμε τρομακτικές ιστορίες

Και το κυριότερο: η αγκαλιά, το φιλί και η μαγική φράση «όνειρα γλυκα» είναι αυτά που θα οδηγήσουν το παιδί μας πιο ομαλά στην αγκαλιά του Μορφέα.

Πολλές φορές ακούμε γονείς που χαρακτηρίζουν το παιδί τους ως «δύσκολο παιδί». Υπάρχουν τελικά «εύκολα και δύσκολα παιδιά»; Υπάρχουν παιδιά που «βασανίζουν» με τη συμπεριφορά τους;
Πριν απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να έχουμε πάντα μέσα στο μυαλό μας ότι το παιδί και οι γονείς είναι δυο πόλοι που βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση και η μια πλευρά διαμορφώνει και επιδρά στη συμπεριφορά της άλλης αμφίδρομα.
Έρευνες έχουν δείξει πως από πολύ μικρή ηλικία (πριν τα 2 πρώτα έτη ζωής), ως ιδιοσυγκρασία , το παιδί έχει δείξει τα πρώτα «σημάδια» στη συμπεριφορά και στο χαρακτήρα του ώστε να χαρακτηριστεί ως «δύσκολο ή εύκολο παιδί».
Μπορούμε να συνοψίσουμε τα χαρακτηριστικά τους ως εξής:
Το «δύσκολο παιδί» περιγράφεται ως ένα παιδί με πολύ έντονες και ακραίες αντιδράσεις τόσο όταν θυμώνει ( κλαίει με λυγμούς, χτυπάει, φωνάζει) όσο και όταν είναι χαρούμενο ( τρέχει ,γίνεται κινητικό, γελάει πολύ φωναχτά).
Είναι το παιδί που δεν προσαρμόζεται εύκολα σε καινούργια πρόσωπα και καταστάσεις . Χρειάζεται χρόνο για να ανταποκριθεί, να εμπιστευθεί και να ενσωματωθεί σε ένα νέο περιβάλλον, σχολικό ή κοινωνικό. Γίνεται καχύποπτο σε σημείο να αποσύρεται και να απομακρύνεται εντελώς. Τέλος στο κομμάτι των βασικών βιολογικών αναγκών ( τροφή, ύπνος, τουαλέτα) δύσκολα αποκτά μια περιοδικότητα και κανονικότητα στα ωράρια και στη λειτουργία του.
Το «εύκολο παιδί» φαίνεται να είναι εύκολο στη φροντίδα του και κυρίως στην επαφή. Συνδέεται τόσο συναισθηματικά όσο και στη βλεμματική επαφή με τη μητέρα του, προκαλώντας της μόνο θετική ανταπόκριση και ικανοποίηση.
Άρα στην 1η περίπτωση ακολουθεί ο πανικός και η απογοήτευση και στη 2η επαναπαυόμαστε; Αυτό που πρέπει να τονιστεί και να έχουμε πάντα μέσα στο μυαλό μας είναι πως τα ιδιοσυγκρασιακά αυτά στοιχεία ( θετικά ή αρνητικά ) κάτω από τις αντίστοιχες ομαλές ή μη γονεικές περιβαλλοντικές συνθήκες εκδηλώνονται στο έπακρο ή απαλείφονται σταδιακά. Δηλαδή μέσα σε ένα θετικό γονεικό περιβάλλον , με καλή διάθεση ,ψυχραιμία, χιούμορ και κατανόηση των ιδιαίτερων «δύσκολων» στοιχείων το παιδί θα αναδύει σιγά σιγά και τα πιο υγιή θετικά του στοιχεία ενώ σε ένα αρνητικό περιβάλλον όπου ο θυμός, η κριτική διάθεση και η απόγνωση των γονέων θα επικρατεί , η όποια θετική στάση του παιδιού μπορεί να διαστρεβλωθεί.
Στο χέρι μας λοιπόν είναι να δώσουμε κυρίως τη συναισθηματική βάση ώστε να ξεπεραστούν οι όποιες αναπτυξιακές δυσκολίες και συναισθηματικά εμπόδια των παιδιών μας.

Το γιατί μερικά παιδιά πιπιλίζουν τον αντίχειρά τους και άλλα όχι είναι δύσκολο να απαντηθεί με ευκρίνεια. Πολλές απαντήσεις και ερμηνείες έχουν δοθεί. Αυτή που επικρατεί είναι πως το πιπίλισμα ,είναι μια πιθανή ένδειξη εσωτερικής έντασης και αγωνίας , την οποία το παιδί είτε δε μπορεί να εκφράσει λεκτικά είτε να τη εξωτερικεύσει διοχετεύοντας την σε άλλες δραστηριότητες.
Πώς πρέπει όμως οι γονείς να αντιδρούν σε μια τέτοια συμπεριφορά;
- Πολλές φορές μια τέτοιου είδους συμπεριφορά είναι καμουφλάζ έντονων κ δύσκολων συναισθημάτων όπως θυμός, ζήλια , αγωνία, τα οποία πρέπει το παιδί να έχει την ευκαιρία να τα επικοινωνήσει και να τα αποσαφηνίσει χωρίς το φόβο της κριτικής και της γονεικής τιμωρίας.
- Μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά γίνεται όλο και πιο αραιή όταν δεν επικεντρωνόμαστε σε αυτή και δεν την ενισχύουμε.
- Τονίζουμε στο παιδί το ότι μεγαλώνει και ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν ταιριάζουν στη σχολική και μετέπειτα ηλικία.
- Φροντίζουμε το παιδί να έχει καλύψει τις βιολογικές ανάγκες του ύπνου , της τροφής και της ξεκούρασης.
- Με ήρεμο και απαλό τρόπο απομακρύνουμε το δάχτυλο του παιδιού αφού έχει αποκοιμηθεί.
- Η τιμωρία είναι κάτι που μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο να κόψει το παιδί το πιπίλισμα του δακτύλου του. Το παιδί οδηγείται στο να νιώσει ντροπιασμένο και απογοητευμένο.

Η « Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα» , γνωστή και ως ΔΕΠΥ είναι ένα από τα πιο δύσκολα στη διαχείριση προβλήματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, τόσο για το οικογενειακό όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Το υπέρ-δραστήριο –υπερκινητικό παιδί έχει το εξής προφίλ:

- Βρίσκεται σε συνεχή και έντονη αποδιοργανωμένη υπερ-δραστηριότητα , με αποτέλεσμα τη μικρή σε διάρκεια ικανότητα συγκέντρωσης και την έντονη παρορμητικότητα.
- Μεγάλη δυσκολία στον έλεγχο των συναισθημάτων και των δύσκολων –στρεσσογόνων καταστάσεων , με αποτέλεσμα να ξεσπά σε σαρωτικά ξεσπάσματα θυμού και οργής.
- Αμφιθυμικές και συγκρουσιακές σχέσεις με τα παιδιά της ηλικίας του.
- Όλα τα παραπάνω εκδηλώνονται από το 1ο μόλις χρόνο φοίτησης στο σχολείο.

Μια πλήρης διαφορική διάγνωση και αξιολόγηση του παιδιού, τόσο σε ψυχοσυναισθηματικό όσο και στο κομμάτι της συγκέντρωσης και προσοχής είναι το 1ο βασικό βήμα για την στήριξη και τη σωστή αντιμετώπισή του.
Παράλληλα η θεραπεία καλό θα είναι να κινείται γύρω από τους 3 βασικούς τομείς δυσκολίας των παιδιών αυτών: α. τη σχολική επίδοση, β. τις διαπροσωπικές σχέσεις, γ. την αυτοεικόνα και το αυτοσυναίσθημα του υπερκινητικού παιδιού

Η πρώτη επαφή που πρέπει να γίνει είναι με παθολόγο , ο οποίος θα εκτιμήσει με βάση εξετάσεων την οργανική κατάσταση του παιδιού και στη συνέχεια ο ειδικός διατροφολόγος.
Το παιδί χρειάζεται την ενθάρρυνση και την υποστήριξη όλου του οικογενειακού περιβάλλοντος στην προσπάθεια απώλειας βάρους, με σεβασμό στις νέες ενδεχομένως διατροφικές συνήθειες που πρέπει να εφαρμοστούν αλλά και με διακριτικότητα.
Σε περίπτωση μακροχρόνιας προσπάθειας χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα , όπου το παιδί αρχίζει να κατακλύζεται από αβεβαιότητα και κούραση καλό θα ήταν και η συμβολή ενός ψυχολόγου . Ίσως μέσα από την αλλαγή της διατροφής του να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει και να έρθει σε επαφή και με άλλες

Δυστυχώς η λεπτή διαχωριστική γραμμή που ξεχωρίζει και διαφοροποιεί ένα «αθώο» από ένα «απαγορευμένο» ψέμα είναι πολλές φορές δυσδιάκριτη.

Πολλές και ποικίλες είναι οι απαντήσεις στο ερώτημα γιατί ένα παιδί καταφεύγει στο ψέμα. Μερικές συνοψίζονται παρακάτω:
- Η ανάληψη ευθύνης και συνεπειών μετά από παραβατικές πράξεις είναι κάτι δύσκολο για τα παιδιά. Στην προσπάθειά τους να αποποιηθούν αυτές τις ευθύνες καταφεύγουν σε ψέματα ώστε να αποτρέψουν αισθήματα θυμού, αποδοκιμασίας και να προστατέψουν την εικόνα τους και τις ενδεχομένως ατέλειές τους.
- Ένα ψέμα ίσως είναι ο τρόπος που έχει ένα παιδί να αμυνθεί απέναντι σε πολύ απαιτητικούς γονείς. Είναι ένας τρόπος διαφυγής και προστασίας σε αυτούς που περιμένουν πολλά από εκείνο. Είναι η ασφάλεια στην ενδεχομένως απογοήτευση και ταπείνωση που μπορεί να νιώσει ή να προκαλέσει.
- Ένα ψέμα είναι το τέλεια καμουφλάζ σε μια νοσηρή ή δύσκολη πραγματικότητα. Όταν αυτό που βιώνεται από το παιδί δεν είναι για αυτό το ιδανικό ή δεν είναι αυτό που θα το κάνει να υπερτερεί έναντι συμμαθητών και φίλων το ψέμα έρχεται να ανακουφίσει όλο αυτό το «αίσθημα κατωτερότητας» .
- Μια άλλη εκδοχή του παιδικού ψέματος είναι η συγκάλυψη φίλου και αγαπημένου προσώπου. Το να μπορεί να μην «καρφώσει» ή προδώσει το φίλο του ένα παιδί είναι δείγμα εχεμύθειας και εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του.
Πότε όμως ένα ψέμα είναι εκδήλωση παθολογικής συμπεριφοράς;
Όταν το παιδί μας , έχοντας υπόψη μας όλα τα παραπάνω, δεν είναι σε θέση μετά από το πέρας μιας μεγάλης χρονικής περιόδου, να μη μπορεί να διαφοροποιήσει το φανταστικό από την πραγματικότητα τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα πιο ακλόνητα κριτήρια ότι το παιδί μας χρειάζεται μια πιο θεραπευτική βοήθεια από ειδικό.

Οι γονείς , πολλές φορές , ερχόμενοι αντιμέτωποι με κάποια δυσκολία του παιδιού μας, δεν είμαστε κατάλληλα ενημερωμένοι πού ακριβώς μπορούμε να απευθυνθούμε όσον αφορά το δημόσιο φορέα και ποιες είναι οι ειδικότητες που μπορούν να αναλάβουν το παιδί μας στο κομμάτι της διάγνωσης και της αποκατάστασης – θεραπείας.

Οι βασικές μονάδες , όπου μπορούμε να λάβουμε βοήθεια είναι οι παρακάτω:

- « Κέντρα Διαφοροδιάγνωσης , Διάγνωσης, και Υποστήριξης Ειδικών Εκπαιδευτικών Αναγκών ( ΚΕ.Δ.Δ.Υ). : Βρίσκονται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας , έχοντας σαφή ρόλο: τη διάγνωση, αξιολόγηση και την καθοδήγηση πάνω σε οποιαδήποτε μορφή μαθησιακών δυσκολιών και ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών.
- Ιατροπαιδαγωγικά κέντρα: Βρίσκονται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας , έχοντας έναν πιο ιατρογενή ρόλο, με ομάδες που στελεχώνονται από ψυχιάτρους, ψυχολόγους, ειδικούς παιδαγωγούς, κοινωνικούς λειτουργούς, εργοθεραπευτές και λογοθεραπευτές.
- Παιδοψυχιατρικές κλινικές: Εντάσσονται στα ιατροπαιδαγωγικά κέντρα και στα γενικά νοσοκομεία. Στελεχώνονται από πομάδα διαφόρων ειδικοτήτων όπως ψυχίατρο, κοινωνικό λειτουργό, ψυχολόγο. Εκεί παραπέπονται παιδιά με ψυχικές διαταραχές, ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες και οργανικές διαταραχές ( πχ παιδική ψύχωση, διατροφικές διαταραχές, φοβίες κτλ).

Οι κυριότερες ειδικότητες που απαρτίζουν όλες αυτές τις μονάδες είναι οι εξής:

- Ψυχολόγος: Παιδοψυχολόγος: αναλαμβάνει την γενικότερη ψυχοσυναισθηματική και ψυχοκοινωνική αξιολόγηση και προσαρμοστικότητα του παιδιού , με βοήθεια ψυχομετρικών και προβολικών εργαλείων, και έχει την ευθύνη της συστηματικής θεραπευτικής πορείας του παιδιού σε συνδυασμό με την συμβουλευτική γονέων.
- Παιδοψυχίατρος: είναι υπεύθυνος για την λήψη και την αξιολόγηση του ιατρικού ιστορικού και των εξετάσεων του παιδιού. Εξετάζει το παιδί από νευρολογικής απόψεως , εντοπίζοντας διαταραχές της προσωπικότητας και του χαρακτήρα.
- Κοινωνικός Λειτουργός: Συμπληρώνει τη διάγνωση και το προφίλ του παιδιού με στοιχεία όσον αφορά την αξιολόγηση, τη λειτουργικότητα και την καταλληλότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος του.
- Ειδικός Παιδαγωγός: Είναι η «γέφυρα» που ενώνει τη διαγνωστική ομάδα με το εκπαιδευτικό φορέα του παιδιού. Δίνει πληροφορίες για την κατάλληλη σχολική μονάδα , βοηθά το παιδί στις δικές του συγκεκριμένες μαθησιακές δυσκολίες ,υποδεικνύοντας πλάνο εξατομικευμένης αγωγής του.
- Λογοθεραπευτής Ο Λογοθεραπευτής ακολουθεί μία σειρά δοκιμασιών, για να αναλύσει και να αξιολογήσει τον λόγο, την ομιλία και την επικοινωνία του παιδιού / ενήλικα. Καταρτίζει και εκτελεί πρόγραμμα παρακολούθησης συνεδριών λογοθεραπείας για τη βελτίωση και αποκατάσταση των διαταραχών, στα πλαίσια που επιτρέπει η βλάβη, συνεργασία και παραπομπή σε ειδικούς άλλων ειδικοτήτων, όπως γιατροί, ψυχολόγοι, ειδικοί παιδαγωγοί και εργοθεραπευτές, για την καλύτερη αντιμετώπιση των διαταραχών και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ατόμου.
- Εργοθεραπευτής Ο εργοθεραπευτής αξιολογεί τη λειτουργικότητα του ατόμου και εκπαιδεύει τις δεξιότητες που πρέπει να έχει ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει ικανοποιητικά στις απαιτήσεις της καθημερινότητάς του.

Μεγαλώνοντας ένα παιδί παρατηρούμε πως πολλές φορές έχει την τάση ανά περιόδους να «παίρνει» ξένα πράγματα. Ξαφνικά διαπιστώνουμε πως οι τσέπες του έχουν άλλα αυτοκίνητα από τα δικά του, η κασετίνα διαφορετικά μολύβια και μαρκαδόρους, η σχολική τσάντα κρύβει «από αλλού φερμένες εκπλήξεις και αντικείμενα!». Τί κάνουμε σε αυτές τις περιπτώσεις;
Τα παιδιά μαθαίνουν ότι το να αποσπάς ξένα αντικείμενα είναι κακή πράξη, όταν οι γονείς τη χαρακτηρίζουν με αυτόν τον τρόπο και επιβάλουν και την αντίστοιχη «τιμωρία.»

Όμως καλό θα ήταν να προσέξουμε τα εξής:
- Η «τιμωρία» και η απαγορευμένη πράξη πρέπει να είναι άμεσα χρονικά συνδεδεμένες. Έρευνες δείχνουν πως το παιδί μπορεί να εμποδιστεί να προβεί σε μια απαγορευμένη πράξη όταν η «τιμωρία» έρχεται λίγο πριν ή ακριβώς τη στιγμή της παράβασης.
- Τονίζουμε με σαφήνεια και ξεκάθαρη εξήγηση για ποιό λόγο η εκάστοτε πράξη δεν επιτρέπεται, το πόσο σοβαρό είναι, ποιές είναι οι συνέπειες της .
- Αφήνουμε χρόνο στο παιδί να επεξεργαστεί τις συνέπειες της πράξης του τόσο για το ίδιο όσο και για τους υπόλοιπους , χωρίς όμως να το αντιμετωπίζουμε ως «εγκληματία». Τις περισσότερες φορές η συναισθηματική χροιά και η ταμπέλα του « κλέφτη» λειτουργούν ακριβώς αντίστροφα.
- Ίσως το πιο σημαντικό είναι να υπογραμμίσουμε στο παιδί την έννοια της αποκατάστασης της ζημιάς που προκάλεσε στον άλλο.
- Κλείνοντας καλό θα ήταν να κρατάμε μέσα στο μυαλό μας πως το καλύτερο ή χειρότερο παράδειγμα για τα παιδιά μας είμαστε εμείς οι ίδιοι και οι πράξεις μας.